Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

S.M.V.η τζάζ που ξεσηκώνει!

Αφού σε αυτή τη ζωή δεν μπορούμε να δούμε live τον Μάιλς Ντέιβις ας αρκεστούμε σε εκείνους που θήτευσαν δίπλα του. Όπως τον Μάρκους Μίλερ, έναν από τους τοπ τζαζ μπασίστες σήμερα, ο οποίος συνεργάστηκε μαζί του για μία δεκαετία περίπου. Ο Μάρκους θα βρίσκεται στο Παλλάς για μία συναυλία την ερχόμενη Τρίτη. Όχι μόνος του όμως, μια και καταφθάνει με δύο ακόμα διάσημους δεξιοτέχνες του μπάσου, τους Στάνλεϊ Κλαρκ και Βίκτορ Γούτεν. Τους S.M.V., όπως είναι γνωστοί από τα αρχικά των ονομάτων τους. Ο Μάρκους Μίλερ εξιστορεί το πώς και το πότε βρέθηκαν…και οι τρεις μαζί. «Με τον Βίκτορ συναντήσαμε τον Στάνλεϊ κατά τη διάρκεια μιας βράβευσής του. Δέσαμε αμέσως και αποφασίσαμε να βγάλουμε δίσκο, το “Thunder”, αλλά και να κάνουμε περιοδεία». Δεν ξέρω αλλά για να είμαι ειλικρινής μία συναυλία με τρία μπάσα στη σειρά μου φαίνεται τουλάχιστον παράδοξη. «Έχετε δίκιο, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο να βλέπεις ένα συγκρότημα με τρεις μπασίστες», συμφωνεί και ο Μάρκους. «Όταν αυτοί όμως είναι καλοί μουσικοί προκύπτουν ενδιαφέροντα πράγματα. Είμαστε ευχαριστημένοι από το αποτέλεσμα και νιώθουμε ότι και ο κόσμος το απολαμβάνει επίσης». Ο Βίκτορ Γούτεν είναι ο πιο «ηλεκτρικός» της παρέας, ενώ ο Στάνλεϊ Κλαρκ, ο παλιότερος και πιο έμπειρος. Όσο για τον Μάρκους Μίλερ, ο πιο «φάνκι». Είναι ένας μουσικός –δεν παίζει μόνο μπάσο αλλά και πολλά άλλα όργανα– που αρέσκεται να παρουσιάζει ένα είδος αρτ και όχι ακαδημαϊκής τζαζ. Γι’ αυτό και στις συναυλίες του όλος ο κόσμος χορεύει ασταμάτητα. Με τον Μάιλς Ντέιβις κυκλοφόρησε συνολικά έξι άλμπουμ τη δεκαετία του ’80. «Με έμαθε να αναζητώ την αυθεντική φωνή του μπάσου, όπως έκανε και ο ίδιος στην τρομπέτα. Αποτελούσε έναν ανεξάντλητο φορέα έμπνευσης για όσους βρίσκονταν γύρω του. Βέβαια, όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά είχα ήδη ανακαλύψει τον δικό μου ήχο, ήξερα προς τα πού ήθελα να βαδίσω. Ο Μάιλς όμως με έκανε να εντείνω περισσότερο τις προσπάθειές μου. Το μεγάλο του χάρισμα ήταν να ανακαλύπτει καινούργιους και ταλαντούχους μουσικούς. Αν το σκεφτείτε, οι περισσότεροι από όσους βρέθηκαν δίπλα του άλλαξαν στη συνέχεια τον κόσμο της μουσικής. Νιώθω υπερήφανος που ήμουν κι εγώ ένας από τους μαθητές του». Μετράει πολλές συνεργασίες στην τριαντάχρονη καριέρα του ο γεννημένος στη Νέα Υόρκη Μάρκους Μίλερ. Από τον Λούθερ Βαντρός και τον Ντέιβιντ Σάμπορν έως την Τσάκα Καν και τον Γουέιν Σόρτερ. Έχει κυκλοφορήσει έντεκα σόλο δίσκους, ενώ ως session μουσικός έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 500 ηχογραφήσεις! Κι αν τα βραβεία Γκράμι διαθέτουν ακόμα κάποια αίγλη, σημειώστε πως έχει κερδίσει δύο, το ένα από αυτά το 2001, στην κατηγορία Best Contemporary Jazz Album για τον δίσκο του «Μ2». «Το όνειρό μου ήταν να ανακαλύψω εκείνον τον ήχο στο μπάσο που θα έκανε μοναδική τη μουσική μου. Να την ακούνε και αμέσως να καταλαβαίνουν ότι είναι δική μου». Αυτό το κατάφερε. Διαθέτει όντως έναν άκρως αναγνωρίσιμο ήχο. Παίζει τετράχορδο ηλεκτρικό μπάσο με ένα στακάτο και νευρώδες στυλ σε σφιχτά μέτρα. «Δεν είναι καθόλου εύκολο, αλλά μόνο έτσι ολοκληρώνεται ένας μουσικός» επισημαίνει. «Όταν είσαι νέος περισσότερο μιμείσαι τους άλλους. Τους παρατηρείς και δανείζεσαι στοιχεία. Υπάρχει ωστόσο ένα καθοριστικό σημείο στο οποίο πρέπει να σταματήσεις να ακολουθείς τους ήρωές σου και να βρεις το προσωπικό σου ύφος». Εκείνος πότε άραγε το κατάφερε αυτό; «Δεν θυμάμαι το πότε ακριβώς. Και ούτε υπάρχει κάποια μέθοδος για να το πετύχεις. Θα το πετύχεις πάντως αν έχεις πίστη μέσα σου. Νιώθω ευτυχής που το ένστικτό μου αλλά και η πολλή δουλειά με έφεραν σε ένα σημείο να αναγνωρίζει ο κόσμος την προσφορά μου στη μουσική». Και οι νέοι μουσικοί της τζαζ; Τι πιστεύει γι’ αυτούς; «Την προχωρούν ένα βήμα πιο πέρα εμπλουτίζοντας τον ήχο με τις επιρροές τους. Ξέρετε γιατί έχει επιζήσει η τζαζ τόσα χρόνια; Γιατί μπορεί και αφομοιώνει τους δημοφιλείς ρυθμούς της εκάστοτε εποχής ώστε να ξεκινάει μία καινούργια ζωή». Ακόμα και σήμερα που συμβαίνουν τόσο πολλές αλλαγές στη μουσική; «Δύσκολα τα πράγματα πλέον. Σήμερα τα cd δεν σημειώνουν μεγάλες πωλήσεις, αλλά ακόμα και στις περιπτώσεις που συμβαίνει αυτό δεν αφήνουν ιδιαίτερα κέρδη. Οι καλλιτέχνες ψάχνουν να βρουν τρόπους για να επιβιώσουν υπό τις νέες συνθήκες. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι δίνουν συνεχώς συναυλίες για να βγάλουν τα προς το ζην. Ξέρετε ποιοι θα αντέξουν τα επόμενα χρόνια; Όσοι είναι καλοί στη σκηνή. Αυτό τουλάχιστον αποτελεί μια δικλίδα ασφαλείας». Τώρα που τριγυρνάει στην Ευρώπη διακρίνει διαφορές ανάμεσα στην αμερικανική και την ευρωπαϊκή τζαζ; «Η ευρωπαϊκή τζαζ έχει πολλές επιρροές από τον υπόλοιπο κόσμο. Ακούω πράγματα από την Ευρώπη και ανακαλύπτω αφρικανικά αλλά και στοιχεία της Ανατολής να γεμίζουν τον ήχο. Αντιθέτως, οι αμερικανοί μουσικοί της τζαζ δείχνουν να επηρεάζονται μόνο από όσα συμβαίνουν στον τόπο τους. Έχουν βέβαια το βασικό πλεονέκτημα ότι βρίσκονται στην πηγή της τζαζ, οπότε και ο ρυθμός έχει εμποτίσει τα κύτταρά τους. Ενώ οι ευρωπαίοι μουσικοί χρειάζεται να δουλέψουν πολύ πιο σκληρά για να αναδημιουργήσουν τους αρχικούς ρυθμούς εφόσον τους ανακαλύπτουν πολύ αργότερα στη ζωή τους».
(Ποντίκι, 16.10.2008)